διαβάσει

διαβάσει
διάβασις
crossing over
fem nom/voc/acc dual (attic epic)
διαβάσεϊ , διάβασις
crossing over
fem dat sg (epic)
διάβασις
crossing over
fem dat sg (attic ionic)
διαβά̱σει , διαβαίνω
stride
aor subj act 3rd sg (epic doric)
διαβά̱σει , διαβαίνω
stride
fut ind mid 2nd sg (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • δυσλεξία — Είδος μαθησιακής δυσκολίας, που εμφανίζεται με δυσχέρεια στην ανάγνωση και στην κατανόηση γραπτών κειμένων, στη γραπτή έκφραση και στη γραφή, καθώς και στα μαθηματικά. Η δ. δεν συνεπάγεται διαταραχή στην εκφορά του λόγου, γι’ αυτό και συχνά δεν… …   Dictionary of Greek

  • Χίος — Νησί (841,58 τ. χλμ., 52.184 κάτ.) του Αιγαίου, που εκτείνεται παράλληλα προς τη μικρασιατική ακτή, στη χερσόνησο της Ερυθραίας, από την οποία χωρίζεται με δίαυλο πλάτους 7 χλμ. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η ομώνυμη πόλη, η X. ή Χώρα όπως την… …   Dictionary of Greek

  • ακόμη — και ακόμα επίρρ.(Μ ἀκόμη) Α. (χρονικό) 1. (χωρίς άρνηση) α) έως τώρα «το μωρό κοιμάται ακόμη» β) μόλις, πριν από λίγο «ακόμη προχθές είχες άλλη γνώμη» 2. (με άρνηση) α) όχι έως τώρα «δεν έχω διαβάσει ακόμη» β) πριν, προτού να «ακόμη δεν μεγάλωσες …   Dictionary of Greek

  • αλεξία — Μορφή αφασίας, κατά την οποία παρατηρείται αδυναμία ανάγνωσης και προφορικής έκφρασης λέξεων. Ονομάζεται και λεκτική τύφλωση και μπορεί να είναι μερική ή ολική, να συνδέεται δηλαδή με ορισμένα ή με όλα τα γράμματα. Η α. οφείλεται σε οργανικές… …   Dictionary of Greek

  • αξιανάγνωστος — η, ο όποιος αξίζει να τον διαβάσει κανείς …   Dictionary of Greek

  • απροπαρασκεύαστος — η, ο 1. αυτός που γίνεται χωρίς προηγούμενη προπαρασκευή 2. όποιος δεν έχει προετοιμαστεί για κάτι 3. εκείνος που δεν έχει διαβάσει τα μαθήματά του. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + προπαρασκευάζω. Η λ. μαρτυρείται στον Ι. Φιλήμονα] …   Dictionary of Greek

  • διαβάζω — (Μ διαβάζω) Ι. 1. αναγνωρίζω γραπτά σύμβολα 2. (για ιερείς) απαγγέλλω λειτουργικό κείμενο νεοελλ. 1. κάνω ανάγνωση ενός κειμένου είτε νοερά είτε με απαγγελία 2. μελετώ 3. διδάσκω σε κάποιον ανάγνωση 4. προγυμνάζω μαθητή 5. συμβουλεύω, νουθετώ 6.… …   Dictionary of Greek

  • είμαι — (AM εἰμί Α και αιολ. τ. ἐμμί Μ και εἶμαι) 1. υπάρχω, ζω («...ήταν ένας γέρος και μια γριά», «οὐκ ἐσθ οὗτος ἀνήρ οὐδ ἔσσεται» δεν υπάρχει ούτε πρόκειται να υπάρξει) 2. (για πράγματα) υπάρχω, βρίσκομαι) («δεν είναι στάρι φέτος», «ὁ παράδεισος αὐτὸς …   Dictionary of Greek

  • επιτολμώ — ἐπιτολμῶ, άω (Α) 1. υπομένω, δείχνω καρτερία («σοὶ δ’ ἐπιτολμάτω κραδίη καὶ θυμὸς ἀκούειν», Ομ. Οδ.) 2. τολμώ, διακινδυνεύω 3. (με δοτ.) επιχειρώ, αποτολμώ («ἐπετόλμησε τῇ διαβάσει», Πλούτ.) …   Dictionary of Greek

  • ευκολοδιάβαστος — η, ο αυτός που μπορεί κάποιος να τόν διαβάσει εύκολα, ο ευανάγνωστος, ο ευκρινής …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”